αρετσούκα
(επίρρ.)
αρετσούκα
[areˈtsuka]
Φάρασ.
αρεσούκα
[areˈsuka]
Φάρασ.
χάρετσούκα
[ʹxareʹtsuka]
Φάρασ.
Από το επίρρ. αρέτσα και το υποκορ. επίθμ. -όκκο. Κατά τον Συμεωνίδη (1975: 405) με το υποκορ. επίρρ. -κα.
Τώρα δα.
Συνών.
αρέτσα, εδαρίτσικα
Τροποποιήθηκε: 09/09/2026