βακιτσούζη
(επίθ.)
βαχιτσούζη
[vaxiˈtsuzi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. επίθ. vakitsiz = α) πρόωρος β) ακατάλληλος, σε λάθος ώρα, όπου και διαλεκτ. τύπ. vahıtsız = α) άρρωστος β) φτωχός
Αδύναμος, αδιάθετος, άκεφος
Πβ.
βακίτι, Συνών.
γουβετσούζης, Αντίθ
κεφλούς
Τροποποιήθηκε: 27/05/2026