ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μασιά (ουσ. θηλ.) μασιά [masˈça] Γούρδ., Τροχ. μασ̑ά [maˈʃa] Αφσάρ., Μαλακ., Μισθ., Σίλ., Τσουχούρ. μασ̑-σ̑ά [maʃˈʃa] Αξ. Αρσ. μασ̑άς o [maˈʃas] Αφσάρ., Φάρασ. Από το νεότ. ουσ. μασιά (Λεξ. Σομ.), το οπ. από το τουρκ. ουσ. maşa.
Mασιά, πυράγρα ό.π.τ. : Πααίνgιν να πάρει αν τσιλίδι μο τη μασ̑ά (Πήγαινε να πάρει ένα καρβουνάκι με την μασιά) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Πακλατίζω τη νιστία 'σ' τη στάχτη μο το μασ̑ά (Καθαρίζω το τζάκι από τη στάχτη με τη μασιά) Αφσάρ. -ΚΜΣ-ΚΠ366 || Παροιμ. Πότε έν’ μασ̑-σ̑ά τα χέρια ζ’ με τα κάφτεις (Αφού υπάρχει μασιά, τα χέρια σου μη ταν καις˙ μη ριψοκινδυνεύεις, όταν μπορείς να αποφύγεις τον κίνδυνο) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Συνών. γκελμπερί, ερσίνι :1, κουσαγκού :1, ξύστρο, χαρτσικάτ
Τροποποιήθηκε: 07/02/2026