μπουγιουρουλντούς
(ουσ. αρσ.)
μπουιρουλντούς
[buirulʹdus]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. buyurultu = α) διάταγμα β) έγγραφο διορισμού κατώτερου αξιωματούχου γ) έγγραφο άδειας. Πβ. το κοινό ν.ε. μπουγιουρντί.
1. Έγγραφο διορισμού μουχτάρη
:
Έβκη ο μπουιρουλντούς του
(Βγήκε το χαρτί του διορισμού του)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
2. Εκλογικός κατάλογος που τηρεί κάθε παράταξη
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026