ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μπουγιουρουλντούς (ουσ. αρσ.) μπουιρουλντούς [buirulʹdus] Φάρασ. Από το τουρκ. ουσ. buyurultu = α) διάταγμα β) έγγραφο διορισμού κατώτερου αξιωματούχου γ) έγγραφο άδειας. Πβ. το κοινό ν.ε. μπουγιουρντί.
1. Έγγραφο διορισμού μουχτάρη : Έβκη ο μπουιρουλντούς του (Βγήκε το χαρτί του διορισμού του) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β
2. Εκλογικός κατάλογος που τηρεί κάθε παράταξη
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026