ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

-όπουλο (επίθμ.) -όπουλο [ʹopulo] Αξ., Σινασσ. -όπ'λο [ʹoplo] Σινασσ. Από το μεσν. επίθμ. -ο-πουλο. Πβ. -όπο
Υποκοριστικό επίθημα για τον σχηματισμό ουσιαστικών ό.π.τ. : βασιλόπουλο (γιος του βασιλιά) Σινασσ. γυναικόπουλο (γυναικούλα) Αξ. τουρκόπουλο (νεαρός τούρκος) Σινασσ.
Τροποποιήθηκε: 02/07/2026