ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

εσνάφης (ουσ. αρσ.) Πληθ. εσνάφοι [esʹnafi] Φάρασ. Νεότ. ουσ. εσνάφης (Mackridge 2021: 112), το οπ. από το τουρκ. ουσ. esnaf = α) έμπορος, μαγαζάτορας β) συντεχνία. Πβ. σινάφι. Βλ. σινάφι
Έμπορος, καταστηματάρχης : Οι εσνάφοι 'γοράσκανε μάλι στο Βερέκι στην Τσ̑αισάρα, τσ̑αι στην Άδανα (Οι μαγαζάτορες αγόραζαν εμπόρευμα στο Βερέκι, στην Καισάρεια κα στα Άδανα) Φάρασ. -ΚΜΣ-Θεοδ.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026