τρυφερίτσικος
(επίθ.)
τ͑υβερίσ̑κο
[thiveʹriʃko]
Αξ.
Από το επίθ. τρυφερός, όπου και τύπ. τυβερό, και το παραγωγ. επίθμ. -ίτσικος.
Πολύ τρυφερός
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026