ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τέντα (ουσ. θηλ.) τέντα [ʹtenda] Ποτάμ., Σινασσ., Τελμ., Τζαλ. δέντα [ʹðenda] Τζαλ. δέλτα [ʹðelta] Ποτάμ. Μεσν. ουσ. τέντα, το οπ. από το υστερολατιν. tenda. Oι τύπ. δέντα, δέλτα από παραφθορά λόγῳ μη κατανόησης.
Mόνο σε άσμ., σκηνή : || Ασμ. Χάρε μ' άφες μ' ασ' τα μαλλιά και πιάσ' μ' ασ' το χέρι
γιά δείξε με την τέντα σου και μοναχό μ' ας πάγω
(Χάρε μου άσε με από τα μαλλιά και πιάσε με από το χέρι
ή δείξε μου τη σκηνή σου και θα πάω μόνος μου)
Σινασσ. -Lag.
Δείχνει σ' ατό τση τέντα του και μοναχό τ' πηγαίνει (Του δείχνει τη σκηνή του και πηγαίνει μόνος του) Τελμ. -Dawk.Song.
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026