τενεκετζής
(ουσ. αρσ.)
τενεκετζής
[teneceˈdzis]
Σινασσ.
τενικετσής
[teniceˈtsis]
Φάρασ.
τα̈ νικιατσής
[tænicaˈtsis]
Μισθ.
Από το τουρκ. ουσ. tenekeci, όπου και διαλεκτ. τύπ. tenikeci = τεχνίτης κασσίτερου.
Λευκοσιδηρουργός
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026