ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τενελετίζω (ρ.) τενελετίζου [teneleˈtizu] Φάρασ. τενελέτ’σα [teneˈletsa] Φάρασ. Από το τουρκ. ρ. tanelemek (αόρ. taneledi) = α) ξεχωρίζω τους σπόρους β) διαλεκτ., για ζώο, αρρωσταίνω, τρώγοντας πολλούς σπόρους.
Για ζώο, αρρωσταίνω με διάρροια γιατί έφαγα πολλούς κόκκους ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 10/03/2025