ψαλτάτης
(ουσ. αρσ.)
ψαλτάτ'
[psalʹtat]
Φάρασ.
Από το ουσ. ψάλτης και το παραγωγ. επίθμ. -άτος > -άτης.
Ψάλτης
Τροποποιήθηκε: 22/08/2026