χτυπώ
(ρ.)
χτυπώ
[xtiʹpo]
Μισθ., Σινασσ.
χτσ̑υπώ
[xtʃiʹpo]
Τελμ.
Παρατατ.
χτύπανα
[ʹxtipana]
Αξ., Φλογ.
Από το αρχ. ρ. κτυπῶ. Ο τύπ. χτυπώ ήδη μεσν.
1. Αμτβ., αντηχώ, κάνω κρότο
:
|| Ασμ.
Χτσ̑υπούν και τα καλία σου και γνώθει ο Χάρος
(Χτυπούν και κάνουν θόρυβο τα παπούτσια σου, και θα μας καταλάβει ο Χάρος)
Τελμ.
-Lag.
2. Mτβ., χτυπώ κάτι ώστε να κάνει θόρυβο
Σινασσ.
:
|| Παροιμ.
Κουφήν καπάνα κι αν χτυπάς, τζανόν κι αν ορμηνεύεις, και μεθυσμένον αν κερνάς, όλα χαμένα τά 'χεις
(Κουφή καμπάνα κι αν χτυπάς, τρελό κι αν συμβουλεύεις, και μεθυσμένον αν κερνάς, όλα είναι χαμένος κόπος˙ οι συμβουλές προς ανόητους είναι μάταιες)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Συνών.
κρούω :2
β.
Χτυπώ πάνω σε κάτι
Αξ., Τροχ.
:
Σάσ̑καν σ̑επέα, άναβαν το φούρνο και χτύπαναν τα ’ς το ντουβάρ’ φουρνουιού, κόλλαναν ντα εκεί
(Έφτιαχναν ψωμάκια, άναβαν το ταντούρι και τα χτύπαγαν στο τοίχωμα του ταντουριού, τα κόλλαγαν εκεί
)
Αξ.
-ΙΛΝΕ 1555
Έπιανε με τα δυό χέρια το ντεφνί με το χτέν’ και το χτύπαε καλά πάνω σο σάλ’ για να το κάν' σίχτ
(Έπιανε με τα δύο χέρια το ξυλόχτενο με το χτένι και το χτύπαγε καλά πάνω στο ύφασμα για να το τεντώσει
)
Τροχ.
-Νίγδελ.Τροχ.
3. Μεσοπαθ., οδύρομαι
Μισθ.
:
Δου παϊί τ' ουλούϊζι, μπαγούρντιζι, χτυπιόδαν
(Το παιδί του ούρλιαζε, φώναζε, χτυπιόταν)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
4. Χτυπώ κάποιον βίαια, δέρνω
Φλογ.
:
Πεθερά μ' μέθυζε, παπαδιά κειότον, χτύπανε με
(Η πεθερά μου μέθαγε, ήταν παπαδιά, με έδερνε)
Φλογ.
-ΙΛΝΕ 812
Συνών.
κρούω :1
Τροποποιήθηκε: 07/09/2026