κουρσάτορας
(ουσ. αρσ.)
κουρσάτορας
[kurʹsatoras]
Τελμ.
κουρσάτερε
[kurʹsatere]
Τελμ.
Μεσν. ουσ. κουρσάτορας (< λατιν. cursator). Η λ. μόνο σε άσμ. O τύπ. κουρσάτερε από παραφθορά της κλητ. πτώσης, λόγῳ μη κατανόησης.
Επιδρομέας και μτφ. ο Χάρος
:
|| Ασμ.
Φέρετε τον κουρσάτερε, κι ας τον ανερωτζήσω
Έφεραν τον κουρσάτερε, στέκουν κι ανερωτών τα
Αμή σου ειπώ κουρσάτερε, τα κούρση πού τα ποίκες; (Φέρτε τον επιδρομέα, κι ας τον ρωτήσω
Φέρνουν τον επιδρομέα, και τον ρωτούν επίμονα:
"Να σου πω, επιδρομέα, τις λεηλασίες σου πού τις έκανες;"
(μοιρολόι)) Τελμ. -Lag.
Έφεραν τον κουρσάτερε, στέκουν κι ανερωτών τα
Αμή σου ειπώ κουρσάτερε, τα κούρση πού τα ποίκες; (Φέρτε τον επιδρομέα, κι ας τον ρωτήσω
Φέρνουν τον επιδρομέα, και τον ρωτούν επίμονα:
"Να σου πω, επιδρομέα, τις λεηλασίες σου πού τις έκανες;"
(μοιρολόι)) Τελμ. -Lag.
Τροποποιήθηκε: 07/09/2026