ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κουρσάτορας (ουσ. αρσ.) κουρσάτορας [kurʹsatoras] Τελμ. κουρσάτερε [kurʹsatere] Τελμ. Μεσν. ουσ. κουρσάτορας (< λατιν. cursator). Η λ. μόνο σε άσμ. O τύπ. κουρσάτερε από παραφθορά της κλητ. πτώσης, λόγῳ μη κατανόησης.
Επιδρομέας και μτφ. ο Χάρος : || Ασμ. Φέρετε τον κουρσάτερε, κι ας τον ανερωτζήσω
Έφεραν τον κουρσάτερε, στέκουν κι ανερωτών τα
Αμή σου ειπώ κουρσάτερε, τα κούρση πού τα ποίκες;
(Φέρτε τον επιδρομέα, κι ας τον ρωτήσω
Φέρνουν τον επιδρομέα, και τον ρωτούν επίμονα:
"Να σου πω, επιδρομέα, τις λεηλασίες σου πού τις έκανες;"
(μοιρολόι))
Τελμ. -Lag.
Τροποποιήθηκε: 07/09/2026