ντεγιλίμ
(επίρρ.)
ντεελίμ
[deeʹlim]
Σεμέντρ.
Από το τουρκ. επίρρ. diyelim = ας πούμε (< ρ. demek = λέω).
Προτασιακό επίρρημα, ας πούμε, περίπου
:
Ναίκα λίο αντεψίζ' 'του, ντεελιμ αν dο 'μόν το ναίκα
(Η γυναίκα ήταν λίγο κακότροπη, ας πούμε σαν την δική μου τη γυναίκα)
Σεμέντρ.
-ΚΜΣ-ΚΠ283
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026