ντεγισίζω
(ρ.)
Αόρ.
ντεΐσ̑ισα
[deˈiʃisa]
Σίλ.
Από το τουρκ. ρ. değişmek = α) αλλάζω β) ανταλλάσσω.
Αλλάζω
:
Ντεΐσισαμε τα ρούχα μας απέσου
(Αλλάξαμε τα εσώρουχά μας)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Σκάματι ν' άψιτι ένα κερί ώσπου να ντεγισίσου τα ρούχα μου
(Πηγαίντε ν' ανάψετε ένα κερί μέχρι να αλλάξω τα ρούχα μου)
Σίλ.
-Καρίπ.
Συνών.
αλλάζω :3, μεταλλάζω :1
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025