ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ντεβιρντίζω (ρ.) ντεβιρτίζω [devirˈtizo] Μαλακ. ντεβιρντώ [devirˈdo] Φλογ. ντιβιρντίζω [divirˈdizo] Τροχ. Από τo τουρκ. ρ. devirmek (αόρ. devirdi) = ανατρέπω. Πβ. ποντ. τεβιρεύω.
1. Aναποδογυρίζω Μαλακ., Φλογ. : Mαίν' σο qαλαbαλι̂́χ· ντεβιρντά τα γεμέκια τ'νε (Μπαίνει στο μέρος όπου είχαν τα πράγματά τους, αναποδογυρίζει τα φαγητά τους) Φλογ. -Dawk. Συνών. κλώθω :3, κουπώνω :1, μετεγυρίζω :1
2. Γκρεμίζω, ρίχνω κάτω Τροχ. : Να το ντιβιρντίσουμ' (Να το γκρεμίσουμε (το σπίτι)) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1556
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025