ντεβιρντίζω
(ρ.)
ντεβιρτίζω
[devirˈtizo]
Μαλακ.
ντεβιρντώ
[devirˈdo]
Φλογ.
ντιβιρντίζω
[divirˈdizo]
Τροχ.
Από τo τουρκ. ρ. devirmek (αόρ. devirdi) = ανατρέπω. Πβ. ποντ. τεβιρεύω.
1. Aναποδογυρίζω
Μαλακ., Φλογ.
:
Mαίν' σο qαλαbαλι̂́χ· ντεβιρντά τα γεμέκια τ'νε
(Μπαίνει στο μέρος όπου είχαν τα πράγματά τους, αναποδογυρίζει τα φαγητά τους)
Φλογ.
-Dawk.
Συνών.
κλώθω :3, κουπώνω :1, μετεγυρίζω :1
2. Γκρεμίζω, ρίχνω κάτω
Τροχ.
:
Να το ντιβιρντίσουμ'
(Να το γκρεμίσουμε (το σπίτι))
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1556
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025