κουφούρι
(ουσ. ουδ.)
κ͑ουφούρι
[khuʹfuri]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. küfür = α) βλαστήμια, βρισιά β) μη πίστη.
Βρισιά
Συνών.
βρισιά
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026