μπάσι
(ουσ. ουδ.)
μπας̑
[baʃ]
Ουλαγ.
πάσ̑'
[paʃ]
Ανακ.
πάσ̑ι
[ˈpaʃi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. baş = κεφάλι.
Τροποποιήθηκε: 13/02/2026