ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μπάσι (ουσ. ουδ.) μπας̑ [baʃ] Ουλαγ. πασ̑ί [paˈʃi] Ανακ. πάσ̑ι [ˈpaʃi] Φάρασ. Από το τουρκ. ουσ. baş = κεφάλι.
Κεφάλι ό.π.τ. : || Φρ. Ιρέν [….] γκελ, τσικ, πασ̑ί, καρά (Αυτός που ράβει, έλα, έβγα, κεφάλι, μαύρο˙ Σε λάχνισμα) Ανακ. -Κωστ.Α. Συνών. κεφάλι :1
Τροποποιήθηκε: 23/05/2025