τυφλοκοντυλώ
(ρ.)
τ͑υφλοκονdυλώ
[tʰiflokondiˈlo]
Αξ., Σινασσ.
Από το επίρρ. τυφλά και το ρ. κοντυλώ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025