χαπάνι (I)
(ουσ. ουδ.)
χαπ͑άνι
[xaˈpʰani]
Αφσάρ., Τσουχούρ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. hapan = μεγάλο μάλλινο ή λιναρένιο τσουβάλι (THADS, λ. hapan II).
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026