χαντρούκα
(ουσ. θηλ.)
χαντρούκα
[xanʹdruka]
Αφσάρ., Τσουχούρ., Φάρασ.
Αγν. ετύμ.
1. Κουβάς με χειρολαβή
ό.π.τ.
:
Ήρτε 'ς ε γου'ί ιράστα, για ήτουν πολύ φαθυκό, τζαι χαντρούκα τζαι καννάβι πάλι τζούσε να βγκάλει νερό
(Έφτασε σ' ένα πηγάδι, αλλά ήταν πολύ βαθύ και δεν είχε ούτε κουβά ούτε σχοινί για να βγάλει νερό)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Τα Μέγα Φώτα οι ναίτσ̑ις χαζιρλατείγκανι τις χαντρούτσ̑ις, τα σιτίλα
(Την ημέρα των Φώτων οι γυναίκες ετοίμαζαν τους κουβάδες, τις καρδάρες)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Συνών.
κουβάς, χαλκί :2
2. Χάλκινο κανάτι
Αφσάρ.
Τροποποιήθηκε: 21/12/2025