ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ντουρουλτίζω (ρ.) ντουρουλτίζω [durulˈtizo] Μαλακ. τουρουλντίζω [turulˈdizo] Φάρασ. τουρουλτίζω [turulˈtizo] Μαλακ., Φάρασ. τουρουλτίζου [turulˈtizu] Φάρασ. τουρουλτώ [turulˈto] Φάρασ. τουρουλντι-έω [turuldiˈeo] Φάρασ. Αόρ. ντουρούλτ'σα [duˈrultsa] Μαλακ. τουρούλτ'σα [turultsa] Φάρασ. Από το τουρκ. ρ. durulmak, όπου και διαλεκτ. τύπ. turulmak = α) για υγρά, κατασταλάζω β) μτφ., τακτοποιούμαι, κατασταλάζω γ) ξεθολώνω δ) μτφ., καταλαγιάζω, όπου και διαλεκτ. τύπ. turulmak (THADS, 10, λ. turulmak).
1. Κατασταλάζω, κατακάθομαι ό.π.τ. Αντίθ κάθομαι :4, κατινίζω :3, χωνεύω :2
2. Ξεθολώνω Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 03/10/2025