ντουρουλτίζω
(ρ.)
ντουρουλτίζω
[durulˈtizo]
Μαλακ.
τουρουλντίζω
[turulˈdizo]
Φάρασ.
τουρουλτίζω
[turulˈtizo]
Μαλακ., Φάρασ.
τουρουλτίζου
[turulˈtizu]
Φάρασ.
τουρουλτώ
[turulˈto]
Φάρασ.
τουρουλντι-έω
[turuldiˈeo]
Φάρασ.
Αόρ.
ντουρούλτ'σα
[duˈrultsa]
Μαλακ.
τουρούλτ'σα
[turultsa]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ρ. durulmak, όπου και διαλεκτ. τύπ. turulmak = α) για υγρά, κατασταλάζω β) μτφ., τακτοποιούμαι, κατασταλάζω γ) ξεθολώνω δ) μτφ., καταλαγιάζω, όπου και διαλεκτ. τύπ. turulmak (THADS, 10, λ. turulmak).
2. Ξεθολώνω
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 03/10/2025