ντουρουττώ
(ρ.)
ντουρουτ-τού
[durutˈtu]
Ουλαγ.
ουρουτώ
[uruˈto]
Φλογ.
Αόρ.
τουρούτ'σα
[tuˈrutsa]
Φλογ.
Παθ. Αόρ.
ετουρντιέστα
[eturˈdʝesta]
Φάρασ.
ετουρτιέστα
[eturˈtçesta]
Φάρασ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ρ. durutmak/turutmak = κάνω κάποιον/κάτι να σταματήσει (TSS, λ. durutmak).
2. Μεσοπαθ., σταματώ ή τελειώνω εγώ
Φάρασ.
:
Άφ' ετουρντιέστη το τίτο μας
(Τελείωσε πια το πράγμα μας, η υπόθεσή μας)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Πβ.
στέκω :3
Τροποποιήθηκε: 22/01/2026