ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μπαλώνω (ρ.) παλώνω [paˈlono] Μαλακ., Σινασσ. μπαώνου [baˈonu] Τσουχούρ. Αόρ. πάλουσα [ˈpalusa] Μαλακ. Από το μεσν. ρ. ἐμπαλώνω < ἐμβάλλω.
Μπαλώνω ό.π.τ. : Μπάου λεΐκ-κου το φιστόνι σου (Μπάλωσε λίγο το φουστάνι σου) Τσουχούρ. -Αναστασ.Μ. || Παροιμ. Παπούτσι ασ' τον τόπο σου, ας είν' και παλωμένο (Παπούτσι από τον τόπο σου, κι ας είν' και μπαλωμένο˙ καλύτερα να προτιμάμε εντόπια προϊόντα ή εντόπιους συνεργάτες ή συζύγους) Σινασσ. -Αρχέλ. Συνών. γιαμαλαντίζω
Τροποποιήθηκε: 25/07/2026