ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

γιαμαλαντίζω (ρ.) γιαμαλαdίζω [ʝamalaˈdizo] Τελμ. γιαμαλαdώ [ʝamalaˈdo] Σίλ. Από το τουρκ. ρ. yamalamak = μπαλώνω.
Μπαλώνω ό.π.τ. : Ήτον ένα κουτουρατζής και γιαμαλάντιζε παπούτσια (Ήταν ένας παπουτσής και μπάλωνε παπούτσια) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ. -Εσύ τσι όργο σ̑άεις; -Γιαμαλαdίζω παπούτσια (-Εσύ τι δουλειά κάνεις; -Μπαλώνω παπούτσια) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Γιαμαλαdώ τα πρότσ̑α μου (Μπαλώνω τις κάλτσες μου) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ6 Συνών. μπαλώνω
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025