καλοσύνεμα
(ουσ. ουδ.)
καλοσ̑ύνεμα
[kaloˈʃinema]
Αραβαν.
Από το ρ. καλοσυνεύω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
1. Βελτίωση του καιρού
2. Ανάρρωση
Συνών.
καλολάντημα, λιάρωμα
Τροποποιήθηκε: 16/11/2025