κλεψιμιό
(ουσ. ουδ.)
κλεψιμιό
[klepsiˈmɲo]
Ανακ., Αξ., Γούρδ., Μαλακ.
κλεψ̑ιμιό
[klepʃiˈmɲo]
Αραβαν.
κλεψιμό
[klepsiˈmo]
Φάρασ.
Από το μεταγν. επίθ. κλεψιμαῖος = λεία κλοπής, κλοπιμαίος. Η ουσιαστικοπ. του ουδ. μεσν., με τύπ. κλεψιμίον· ο τύπ. κλεψιμιό νεότ., με συνίζ.
2. Κλοπή, κλεψιά
Ανακ., Αξ., Φάρασ., Φλογ.
:
|| Φρ.
'α υπάμ' σο κλεψιμό, 'α βγκει ο φένgος το βραδύ
(Θα πάμε για κλεψιά, θα βγει το φεγγάρι το βράδυ˙ λεγόταν ειρωνικά στους φοβιτσιάρηδες, επειδή οι πραγματικοί κλέφτες δεν χρειάζονται το φεγγάρι)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Συνών.
κάπτημα, κλέψιμο :1, σοϊτιέσιμα, χιρσιζλίκι
Τροποποιήθηκε: 28/04/2025