ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κλεψιμιό (ουσ. ουδ.) κλεψιμιό [klepsiˈmɲo] Ανακ., Αξ., Γούρδ., Μαλακ. κλεψ̑ιμιό [klepʃiˈmɲo] Αραβαν. κλεψιμό [klepsiˈmo] Φάρασ. Από το μεταγν. επίθ. κλεψιμαῖος = λεία κλοπής, κλοπιμαίος. Η ουσιαστικοπ. του ουδ. μεσν., με τύπ. κλεψιμίον· ο τύπ. κλεψιμιό νεότ., με συνίζ.
1. Κλοπιμαίο Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Μαλακ. Συνών. κλέψιμο :3
2. Κλοπή, κλεψιά Ανακ., Αξ., Φάρασ., Φλογ. : || Φρ. 'α υπάμ' σο κλεψιμό, 'α βγκει ο φένgος το βραδύ (Θα πάμε για κλεψιά, θα βγει το φεγγάρι το βράδυ˙ λεγόταν ειρωνικά στους φοβιτσιάρηδες, επειδή οι πραγματικοί κλέφτες δεν χρειάζονται το φεγγάρι) Φάρασ. -Λουκ.Λουκ. Συνών. κάπτημα, κλέψιμο :1, σοϊτιέσιμα, χιρσιζλίκι
Τροποποιήθηκε: 28/04/2025