ανάριος
(επίθ.)
'νάρι
[ˈnari]
Πληθ.
'νάρα
[nar]
Φάρασ.
Μεσν. επίθ. *ἀνάριος (πβ. επίρρ. ἀνάρια = αραιά).
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025