χαραπάς
(ουσ. αρσ.)
χαραπάς
[xaraˈpas]
Σινασσ.
Από το τουρκ. ουσ. harabe (< αραβ. ḫarābα(t)) = α) ερείπιο β) υπόλειμμα.
Άχρηστα αντικείμενα
Συνών.
γιαρασουρένιος, καλαμπαλίκι
Τροποποιήθηκε: 09/01/2026