μιτσικκαίνω
(ρ.)
μιτσικκαίνω
[mitsiˈceno]
Φάρασ.
Aπό το επίθ. μιτσίκκος και το παραγωγ. επίθμ. -αίνω.
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026