απολογούμαι
(ρ.)
απολογούμαι
[apoloˈɣume]
Σινασσ.
'πελαγιέμαι
[pelaʹʝeme]
Τζαλ.
Aπό το αρχ. ρ. ἀπολογοῡμαι.
Απαντώ, αποκρίνομαι, μόνο σε άσμ.
:
Καλή μέρα σας άρχοντες, κανείς κι απελογήθη
(«Καλή σας μέρα άρχοντες», κανένας δεν απάντησε)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Το στόμα αίμα γέμισεν και γλώσσα 'πελαγιέται
(Tο στόμα γέμισε αίμα και η γλώσσα απαντά)
Τζαλ.
-ΚΜΣ-ΚΠ342
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026