ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μόνο (επίρρ.) μόνο [ˈmono] Ποτάμ., Σίλατ., Σινασσ. μόνου [ˈmonu] Μισθ. μό' [mo] Φάρασ. Αρχ. επίρρ. μόνον. Πβ. καιμόνο
1. Ως επίρρ., μόνο ό.π.τ. : Μόνο γερόια, νέα ντε μπαίνισ̑καν νεκκλησ̑ά Μαάλ’ Τσ̑ερετσ̑ή (Μόνο γέροι, νέοι δεν έμπαιναν στην εκκλησία την Κυριακή του Πάσχα) Μισθ. -Κωστ.Μ. Ντου μουχαbέτ' μας τσ̑όδουν μόνου 'τουν χόρευαμ' ’ς νεκκλησ̑ά ομbρό ή σα γάμουϊα (Η διασκέδαση μας ήταν μόνον όταν χορεύαμε μπροστά στην εκκλησιά ή σε γάμους) Μισθ. -Κοτσαν. Ύστερα ήρτεν μόνο το ζενgίν', το φουκαρές δεν ήρτεν (Ύστερα ήρθε μόνο ο πλούσιος, ο φτωχός δεν ήρθε) Σίλατ. -Dawk. Ύστερα 'πόμ'ναν μόνο τα καμούκια τ' (Ύστερα έμειναν μόνο τα κόκκαλά του) Ποτάμ. -Dawk. Μόνο εγώ να τα ποίκω τα γουσούρια (Μόνο εγώ θα κάνω τα λάθη) Σινασσ. -Τακαδόπ. Συ, ε ισάνι, 'α ζήσ'ς μό' τρίαντα χρόνες (Εσύ, άνθρωπε, θα ζήσεις μόνο τριάντα χρόνια) Φάρασ. -Θεοδ.Παραδ. Θωρείτε χώρας έργατα τζαι μό' 'βούτσι γκετσ̑ιντάτε (Ξενοδουλεύετε και μόνο έτσι βιοπορίζεστε) Φάρασ. -Θεοδ.Παραδ. Πιέστη μό' το βράδι του (Πιάστηκε μόνο η ουρά του) Φάρασ. -Θεοδ.Παραδ. Συνών. άντζακ :2, μοναχά, τσίχλα
2. Ως επίρρ., όλο Φάρασ.
3. Ως σύνδ., όμως Σινασσ., Φάρασ. : Η καλησπέρα ας σταθεί εκειά, πέ ’τα με μόνο γιατί κλαις (Η καλησπέρα ας μείνει εδώ, πες μου όμως γιατί κλαις) Σινασσ. -Τακαδόπ.
Τροποποιήθηκε: 24/08/2025