μά
(μόρ.)
μά
[ma]
Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ., Σεμέντρ., Σίλ., Σινασσ., Τσαρικ.
μάτο
[ˈmatο]
Ουλαγ.
ματέτ'
[maˈtet]
Αξ., Ουλαγ.
μάτε
[ʹmate]
Σινασσ.
Τουρκ. δεικτ. μόρ. ma. Ο τύπ. μάτο από τον συνδυασμό του μα με την δεικτ. αντων. το (βλ. λ. αυτός). Οι τύπ. μάτε, ματέτ' πιθ. με βάση την φρ. μά τα και με επίδρ. του τύπ. προστ. πάρτε, παρέτ' του ρ. παίρνω.
β.
Ως προστ., (νά) πάρ(τ)ε!
Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλ., Σινασσ.
:
Ματέτ' ντα σ̑έα σας!
(Νά (πάρτε) τα πράγματά σας!
)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Μά τα!
(Πάρ' τα!
)
Γούρδ.
-Καράμπ.
Μά ετά το κριάς!
(Πάρε αυτό το κρέας!
)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Μά ιτά ντο χατέμ γιουσούκ γκαι άμε ντο βαβά σ'!
(Πάρε αυτό το δαχτυλίδι και πήγαινε στον πατέρα σου!
)
Ουλαγ.
-Dawk.
Μά ρα τ' παρά κι 'γόρασ' τσ̑όνgιαν σέλεις!
(Πάρε αυτά τα χρήματα και αγόρασε ό,τι θέλεις!
)
Σίλ.
-Dawk.
Μά ιτά του τέρι μ'
(Πάρε αυτό το πόδι μου
)
Μισθ.
-Dawk.
Μά εταγιά, νά και το μαχμουτιέ
(Να πάρε αυτά, νά και ο μαχμουντιές
)
Σινασσ.
-Λεύκωμα
|| Παροιμ.
Μα και ντώζ' με κι εμένα
(Πάρε και δώσ' μου κι εμένα
˙
όταν μιά δουλειά μπορεί να είναι επικερδής για περισσότερα από ένα άτομα)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
|| Ασμ.
Σωπάτε άρχοντες τα γράμματα, παπάδες τα ψαλτήρια
Μάτε το δαχτυλίδι μου, ας πάγ' εκειά κι ας έρτω (Σταματήστε άρχοντες τα διαβάσματα, παπάδες τους ψαλμούς
Πάρτε το δαχτυλίδι μου, ας πάω εκεί κι ας έρθω) Σινασσ. -Lag.
Μάτε το δαχτυλίδι μου, ας πάγ' εκειά κι ας έρτω (Σταματήστε άρχοντες τα διαβάσματα, παπάδες τους ψαλμούς
Πάρτε το δαχτυλίδι μου, ας πάω εκεί κι ας έρθω) Σινασσ. -Lag.
Τροποποιήθηκε: 10/06/2026