ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

προσκέφαλο (ουσ. ουδ.) πρισκέφαλου [priˈscefalu] Μισθ. πισκέφαλου [piˈscefalu] Σίλ. μπισ̑κέφαλο [biˈʃcefalo] Αξ. προσ̑κεφάλ’ [proʃceˈfal] Φλογ. Από το μεταγν. ουσ. προσκέφαλον. Ο τύπ. προσκεφάλ' από μεταγν. υποκορ.προσκεφάλιον, αν όχι από απλή εναλλαγή ουδ. σε -ο /-ι (πβ. βότανο-βοτάνι, παράπονο-παραπόνι). Για τους τύπ. πρισ- και πισ- πβ. προσφορά, όπου και τύπ. πρισφορά, πισφορά.
Μαξιλάρι ό.π.τ. : Χελ βραdύ το κρύβου πισκέφαλου μ’ απ’κάτου (Κάθε βράδυ το κρύβω κάτω από το μαξιλάρι μου) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ6 || Φρ. Nα ντα φας στου πρισκέφαλού σ' απάνω (Να τα φας στο μαξιλάρι σου απάνω, δηλ. όταν είσαι άρρωστος˙ αρά) Μισθ. -ΙΛΝΕ 887 Συνών. γιαστίκ, κεφαλόχειλο, προσκεφαλάδα, προσκεφαλάδι, προσκεφάλα
Τροποποιήθηκε: 21/08/2026