σατίρι
(ουσ. ουδ.)
σατι̂́ρ'
[saˈtɯr]
Αραβ., Γούρδ., Ποτάμ.
σατίρι
[saˈtiri]
Ανακ.
σατούρ'
[saˈtur]
Σινασσ.
σ̑αdίρ'
[ʃaˈdir]
Αξ.
Πληθ.
σατίρια
[saˈtirʝa]
Σίλ.
σατούρια
[saˈturʝa]
Γούρδ.
Νεότ. ουσ. σατίρι, το οπ. από τα τουρκ. ουσ. satır και satur = χασαπομάχαιρο (Redhouse). Η λ. σε πολλές ν.ε. διαλ.
Πβ.
σαντράτσι
Μεγάλο μαχαίρι κουζίνας, μπαλτάς
ό.π.τ.
:
Ντώζ' με σεράνdα κορίτσ̑ια και σεράνdα αλόγατα και σεράνdα σατούρια
(Δώσε μου σαράντα κορίτσια και σαράντα άλογα και σαράντα μαχαίρια)
Γούρδ.
-Dawk.
Σο χύρα κουνdά ήτουν ένα σατι̂́ρ'
(Κοντά στην πόρτα ήταν ένα μαχαίρι)
Γούρδ.
-Dawk.
Ούλοι τους Χριστιάνοιροι σε τους κόψουσι οπ’ τα σατίρια
(Όλους τους Χριστιανούς θα τους σφάξουνε με τους μπαλτάδες)
Σίλ.
-ΚΜΣ-Έξοδος Β
Συνών.
παλτά
Τροποποιήθηκε: 17/11/2025