ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σοκτώ (I) (ρ.) σöκτώ [søˈkto] Μαλακ., Μισθ. σ̑οκτώ [ʃoˈkto] Μισθ., Τροχ. σοκτώ [sokˈto] Σίλ. σοκ͑τ͑ιέω [soktʰiˈeo] Φάρασ. σοκτιέου [soktiˈeu] Φάρασ. Παρατατ. σ̑όκτεινα [ˈʃoktina] Τροχ. Αόρ. σόκ’σα [ˈsoksa] Μαλακ. σοκτίεσα [soˈktiesa] Φάρασ. Αόρ. Παθ. σοκτι-έστα [soktiˈesta] Φάρασ. Μτχ. σοκτι-εμένου [soktieˈmenu] Φάρασ. Από τον αόρ. söktü του τουρκ. ρ. sökmek, όπου και διαλεκτ. τύπ. sokmak = α) ξηλώνω β) ξεριζώνω.
1. Ξηλώνω Μαλακ., Μισθ., Σίλατ., Φάρασ. : Αϊνάς σ’ ένα τσούχου μιχλαντζημένου ’ναι· σε το σοκτσ̑ήγεις (Ο καθρέφτης είναι καρφωμένος σ' έναν τοίχο· θα τον ξηλώσεις) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ5
2. Ξερριζώνω Μισθ. : Σ̑οκτώ τσαλούια (Ξεριζώνω δένδρα) Μισθ. -Κοτσαν. Συνών. γοπαρντίζω :2, μαδώ, τραβώ :2
β. Αφαιρώ, βγάζω Τροχ. : Σ̑όκτεινα γαβάχγια (Έβγαζα δέντρα (αφήνοντας στο έδαφος το κούτσουρό τους) ) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1556 Λάμνουμ’, σβαρνίζουμ’, σπέρουμ’, ποτίζουμ’, χερίζουμ’, σοκτούμ’ (Οργώνουμε, σβαρνίζουμε, σπέρνουμε, ποτίζουμε, θερίζουμε, βγάζουμε δέντρα ) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1556 Παίνω ’ς το κόμμα και σ̑οκτώ τα σ̑εφταλούγια (Πηγαίνω στο χωράφι και βγάζω τις (παλιές) ροδακινιές ) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1556
Τροποποιήθηκε: 13/09/2025