ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

χορεύω (ρ.) χορεύω [xoˈrevo] Ανακ., Γούρδ. χορεύου [xoˈrevu] Μισθ. χορεύγου [xoˈrevɣu] Σίλ. χορέσ̑γου [xoˈreʃɣu] Σίλ. Παρατατ. χόρευα [ˈxoreva] Ανακ. χόριβα [ˈxoriva] Μισθ. χόρευκα [ʹxorefka] Φάρασ. Αόρ. χόρεψα [ʹxorepsa] Ανακ., Φάρασ. Υποτ. χορέψου [xoˈrepsu] Μισθ. Προστ. χόρεπ' [ʹxorep] Φάρασ. Αρχ. ρ. χορεύω.
Χορεύω ό.π.τ. : Τσ̑αλντούσ̑ι, χορεύγουσ̑ι, τραγρούσ̑ι, φτσ̑άνουσ̑ι μιά χοσ̑άσσα παρέα (Χτυπούν τα ντέφια, χορεύουν, τραγουδούν, κάνουν μιά ωραία γιορτή) Σίλ. -Dawk. Σο ντιγκ χόρευαν διαβόλ’, άμα έκραζεν το κικινιός νιγότανdε δίσπαρτα (Στο ντιγκ χόρευαν οι διάβολοι, άμα λαλούσε ο πετεινός γίνονταν άφαντοι) Ανακ. -Κωστ.Α. Χόριβαν ένα άλλου χόρους (Xόρευαν έναν άλλο χορό) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Τραγουδάνκανε, χορεύκαν 'ς ως τα ’πιτόβραδα (Tραγούδαγαν, χόρευαν ως αργά το βράδυ) Φάρασ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Να πάου σου χόρους να χορέψου (θα πάω στον χορό να χορέψω) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Τσ̑άλτσαν τα τσ̑αλγίδα̈, έπαιξαν τζ̑αι χόρεψαν λιέγο (Έπαιξαν τα όργανα, χόρεψαν αντικριστά και κυκλικά για λίγο) Φάρασ. -Θεοδ.Παραδ. Συνών. παίζω :2, σουρουντίζω :2, χοπλαντώ :2
Τροποποιήθηκε: 23/02/2025