ιστέ
(μόρ.)
ισ̑τέ
[iˈʃte]
Αραβαν., Αφσάρ., Μαλακ., Τσουχούρ., Φάρασ.
ισ̑τα̈́
[iˈʃtæ]
Αφσάρ.
Από τo τουρκ. μόρ. işte =να, ιδού, ορίστε, έτσι.
Να, ορίστε, ιδού
ό.π.τ.
:
Ιστέ ήφαρά τα!
(Ορίστε, τον έφερα!)
Αφσάρ.
-Παπαδ.
Ισ̑τέ, έπαρ' και το μπαχσ̑ίσ̑ι σ’
(Να, πάρε και το μπαξίσι σου)
Αραβαν.
-Dawk.
Κυλιόταμεστε σα πυλιάρια μέσα, να ωφεληθούμεστε, ιστέ καλό είναι, γι' αυτό παίνιξαμ'
(Κυλιόμασταν μέσα στα σπαρτά, για να ωφεληθούμε, να, είναι καλό, γι' αυτό πηγαίναμε)
Μαλακ.
-ΚΜΣ-ΚΠ176
Συνών.
εγίπ :2, μά :1
Τροποποιήθηκε: 29/08/2025