ιταχλαστίζω
(ρ.)
ιταχλασ̑τίζω
[itaxlaˈʃtizo]
Τροχ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ρ. taklaşmak = καβγαδίζω, φιλονικώ, όπου και τύπ. daklaşmak και dakıllaşmak (Tietze 2016, λ. daklaş-).
Φιλονικώ
Συνών.
καβγαλατίζω, μαλώνω, μαρκαλώνω :1, μιλέκνω :2, ντογιουστίζω
Τροποποιήθηκε: 01/06/2025