ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καριόλα (ουσ. θηλ.) καριόλα [kaˈrʝola] Αραβαν., Τελμ., Φλογ. Από το νεότ. ουσ. καριόλα, το οπ. από το βενετ. ουσ. cariola. Η λ. δάν. και στην τουρκ., με τύπ. karyola.
Κρεβάτι ό.π.τ. : Το καμήλ’ κοιμότουν 'ς ένα κο̈σέ και το κορίσ̑' σο καριόλα τ' (Το καμήλι κοιμόταν σε μιά γωνιά και το κορίτσι στο κρεβάτι του) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Το κορίτσ̑' σο καριόλα νεμέσα κοιμάται (Το κορίτσι κοιμάται στο κρεβάτι) Τελμ. -Dawk. Συνών. γιατάκι :1, κρεβάτι, στρώση
Τροποποιήθηκε: 27/07/2025