ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

φσαώνω (ρ.) φσαώνω [fsaˈono] Φάρασ. σαώνω [saˈono] Κίσκ., Φάρασ. Υποτ. φσαώσω [fsaˈoso] Φάρασ. Προστ. σάλ’ [sal] Κίσκ. Προστ. σάου [ˈsau] Φάρασ. Αόρ. φσάωσα [ʹfsaosa] Φάρασ. φσάουσα [ʹfsausa] Φάρασ. Παθ. φσαούμαι [fsaˈume] Φάρασ. Από το επίθ. φσαό και το παραγωγ. επιθμ. -ώνω. Κατά τον Grégoire (1909: 155), βλ. και Ανδριώτη (1948: 34) από αμάρτ. ρ. *ἀσφαλώνω. Ο τύπ. σαώνω με απλοποίηση του συμφωνικού συμπλέγματος.
1. Κλείνω : 'γώ α φσαώσω το θύρι (Εγώ θα κλείσω την πόρτα) Φάρασ. -Dawk. Να ειπείς το «Ορτούλ, ζεμπίλ’», φσαούται (Αν πεις «Κλείσε, υάκινθε», κλείνει (ο βράχος της σπηλιάς με τους θησαυρούς των κλεφτών)) Φάρασ. -Dawk. || Παροιμ. Ο Θεός τα δύο θύρες τζ̑ο φσαώνει τα (Ο Θεός (και) τις δύο πόρτες δεν τις κλείνει˙ Εκεί που πέφτουμε στην δυστυχία, κάτι καλό μας παρουσιάζει ο Θεός) Φάρασ. -Λουκ.Λουκ. Συνών. αρμώνω :1, καρακώνω :1, σφαλίζω, τσουλιάζω :2
2. Πήζω, στερεοποιούμαι Φάρασ. Συνών. πήζω :2
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026