κονώνω (II)
(ρ.)
Αόρ.
κόνωσα
[ˈkonosa]
Φλογ.
Από το μεσν. ουσ. ἀκόνιν (< αρχ. ἀκόνη) και το παραγωγ. επίθμ. -ώνω, και με αποβ. του αρκτ. [a] (πβ. και ρ. ακονίζω, όπου και τύπ. ‘κονίζω. Εναλλακτικά, ο τύπ. κόνωσα από τον αορ. κόνισα του ρ. ακονίζω, με αφομ. (Dawkins 1916: 611).
Τροποποιήθηκε: 08/03/2026