κοπανιά
(ουσ. θηλ.)
κουπανέ
[kupaˈne]
Τσουχούρ., Φάρασ.
Μεσν. ουσ. κοπανιά, το οπ. από το ρ. κοπανίζω και το παραγωγ. επίθμ. -ιά (<-έα).
1. Χτύπημα
:
Κουπάντσεν τα αν καό κουπανέ
(Του έδωσε ένα γερό χτύπημα)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Συνών.
δόσιμο :3, δόσμα, κρούσιμο :1, τοκάτι, τσάκωμα :2
2. Ξυλοδαρμός, ξυλοφόρτωμα
:
Μου κατσέφ' νυφόκκου, τα δύου μας παλί γλύτουσαμι την κουπανέ!
(Μη μιλάς, νυφούλα μου, οι δυό μας πάλι γλυτώσαμε το ξύλο!)
Τσουχούρ.
-ΑΠΥ-Bağr.
Συνών.
κοπάνισμα :2, κρούσιμο :2, κοτέκι :2, ξύλο :4, φάγισμα
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025