μινασικλί
(επίθ.)
μινασ̑ικλί
[minaʃiˈkli]
Τροχ.
Αγν. ετυμ. Πιθ. από την τουρκ. διαλεκτ. φρ. mıncıklı gıncıklı = όμορφος.
Περιποιημένος
:
Μινασ̑ικλί ιντσάνος
(Περιποιημένος άνθρωπος)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1555
Συνών.
ντρανώ, παστρικός :2, Αντίθ
αζώσταρος
Τροποποιήθηκε: 12/05/2025