ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

καπάνι (ουσ. ουδ.) καπάνι [kaʹpani] Φάρασ. Από το τουρκ. ουσ. kapan (< αρμεν. kapan = πέρασμα) = α) παγίδα β) διαλεκτ., γκρεμός, στενός δρόμος σε βραχώδη θέση, όπου και διαλεκτ. τύπ. gapan (Tietze 2018, λ. kapan III).
1. Παγίδα : Πήριν αν καπάνι τζ΄ ήρτε, πιέσε το πουλπούλι 'αρό (Πήρε μια παγίδα και γύρισε, έπιασε το αηδόνι ζωντανό) Φάρασ. -Παπαδ. Συνών. μεγγένη :2, ντουζάκι
2. Η λ. και ως τοπων. Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026