καπάνι
(ουσ. ουδ.)
καπάνι
[kaʹpani]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. kapan (< αρμεν. kapan = πέρασμα) = α) παγίδα β) διαλεκτ., γκρεμός, στενός δρόμος σε βραχώδη θέση, όπου και διαλεκτ. τύπ. gapan (Tietze 2018, λ. kapan III).
1. Παγίδα
:
Πήριν αν καπάνι τζ΄ ήρτε, πιέσε το πουλπούλι 'αρό
(Πήρε μια παγίδα και γύρισε, έπιασε το αηδόνι ζωντανό)
Φάρασ.
-Παπαδ.
Συνών.
μεγγένη :2, ντουζάκι
2. Η λ. και ως τοπων.
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026