γκάτσι
(ουσ. ουδ.)
γκάτζ̑ι
[ˈgadʒi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. gac = μικρό κανάλι νερού (THADS, λ. gac)
Τροποποιήθηκε: 30/01/2025