χασταλαντίζω
(ρ.)
χασταλανdι̂́ζω
[xastalanˈdɯzo]
Αξ., Σεμέντρ.
χασταλανdίζου
[xastalanˈdizu]
Μισθ.
χασταλαdώ
[xastalaˈdo]
Ανακ., Δίλ., Σίλ., Τροχ.
χασταλανdού
[xastalanˈdu]
Ουλαγ.
Παρατατ.
χασταλάdεινα
[xastaˈladina]
Τροχ.
Αόρ.
χασταλάνσα
[xastaˈlansa]
Ουλαγ.
χασταλάντ'σ̑α
[xastaˈlantʃa]
Τροχ.
χασταλάτ'σα
[xastaˈlatsa]
Φλογ.
χασταλάτζησα
[xastaˈladzisa]
Σίλ.
Παθ. Αόρ.
χαστάσ'κα
[xaˈstaska]
Σίλ.
Από το τουρκ. ρ. hastalanmak = α) αρρωσταίνω β) είμαι άρρωστος.
Αρρωσταίνω, είμαι άρρωστος
ό.π.τ.
:
Τ' βασ̑ιλιού το παιγί ασ' το σεβντά τ' χασταλανdίζ̑'
(Του βασιλιά το παιδί από την αγάπη του αρρωσταίνει)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Iκειού Πόλης βασ̑ιλιός χασταλάτ'σε, κανείς 'εκίμης δε μπόρ'σεν να το ποίκ' καλά
(Εκείνος ο βασιλιάς της Πόλης αρρώστησε, κανένας γιατρός δεν μπόρεσε να τον κάνει καλά)
Φλογ.
-ΙΛΝΕ 812
Εκού το χαϊβάν χασταλάνσε
(Εκείνο το ζώο έπεσε άρρωστο)
Ουλαγ.
-Dawk.
Απ’ ψυ’ή τ’ ντο σικ̇ί χασταλάνσε
(Από στενοχώρια της ψυχής του αρρώστησε)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Ούτε χασταλάdειναμ' ούτε ασ̑τεναριάνισ̑καμ'
(Ούτε αρρωσταίναμε ούτε ασθενούσαμε)
-ΙΛΝΕ 1556
Συνών.
αρρωστεύω, αστεναρλαντίζω, αστενώ, αστεναριάζω
Τροποποιήθηκε: 27/12/2025