ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

χασταλαντίζω (ρ.) χασταλανdι̂́ζω [xastalanˈdɯzo] Αξ., Σεμέντρ. χασταλανdίζου [xastalanˈdizu] Μισθ. χασταλαdώ [xastalaˈdo] Ανακ., Δίλ., Σίλ., Τροχ. χασταλανdού [xastalanˈdu] Ουλαγ. Παρατατ. χασταλάdεινα [xastaˈladina] Τροχ. Αόρ. χασταλάνσα [xastaˈlansa] Ουλαγ. χασταλάντ'σ̑α [xastaˈlantʃa] Τροχ. χασταλάτ'σα [xastaˈlatsa] Φλογ. χασταλάτζησα [xastaˈladzisa] Σίλ. Παθ. Αόρ. χαστάσ'κα [xaˈstaska] Σίλ. Από το τουρκ. ρ. hastalanmak = α) αρρωσταίνω β) είμαι άρρωστος.
Αρρωσταίνω, είμαι άρρωστος ό.π.τ. : Τ' βασ̑ιλιού το παιγί ασ' το σεβντά τ' χασταλανdίζ̑' (Του βασιλιά το παιδί από την αγάπη του αρρωσταίνει) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Iκειού Πόλης βασ̑ιλιός χασταλάτ'σε, κανείς 'εκίμης δε μπόρ'σεν να το ποίκ' καλά (Εκείνος ο βασιλιάς της Πόλης αρρώστησε, κανένας γιατρός δεν μπόρεσε να τον κάνει καλά) Φλογ. -ΙΛΝΕ 812 Εκού το χαϊβάν χασταλάνσε (Εκείνο το ζώο έπεσε άρρωστο) Ουλαγ. -Dawk. Απ’ ψυ’ή τ’ ντο σικ̇ί χασταλάνσε (Από στενοχώρια της ψυχής του αρρώστησε) Ουλαγ. -Κεσ. Ούτε χασταλάdειναμ' ούτε ασ̑τεναριάνισ̑καμ' (Ούτε αρρωσταίναμε ούτε ασθενούσαμε) -ΙΛΝΕ 1556 Συνών. αρρωστεύω, αστεναρλαντίζω, αστενώ, αστεναριάζω
Τροποποιήθηκε: 27/12/2025