ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

αστεναριάζω (ρ.) ασ̑τεναριάζω [aʃtenaˈrʝazo] Μαλακ., Τροχ. Παρατατ. ασ̑τεναριάνισ̑κα [aʃtenarˈʝaniʃka] Τροχ. Αόρ. αστενάριασα [asteˈnarʝasa] Φλογ. ασ̑τεναριάσα [aʃtenaˈrʝasa] Μαλακ., Τροχ. Από το ουσ. αστενάρης και το παραγωγ. επίθμ. -ιάζω.
Αρρωσταίνω, ασθενώ ό.π.τ. : Τ' εσέτερ' χεριφιού τ' όργο τ' καλά δεν πήεν, αστενάριασεν, πέθανεν (Του αντρός σου οι δουλειές καλά δεν πήγαν, αρρώστησε, πέθανε) Φλογ. -ΙΛΝΕ 812 Ούτε χασταλάdειναμ' ούτε ασ̑τεναριάνισ̑καμ' (Ούτε αρρωσταίναμε ούτε ασθενούσαμε) -ΙΛΝΕ 1556 Συνών. αρρωστεύω, αστεναρλαντίζω, αστενώ, χασταλαντίζω, Αντίθ γιανίσκω, εϊλεντίζω, ορθώνω :1
Τροποποιήθηκε: 22/11/2025