νταγιάχι
(ουσ. ουδ.)
νταγιάκ
[daˈʝak]
Μαλακ.
νταϊάχ'
[daiˈax]
Μισθ.
ταγιάχ̇ι
[taˈʝaxi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. dayak (< παλαιότ. tayak) = α) υποστήριξη β) υποστήριγμα, μπαστούνι.
1. Ξύλινο στήριγμα της βοϊδάμαξας
Μαλακ.
3. Στήριξη, βοήθεια
:
Ντώκα νταϊάχ'
(Έδωσα στήριξη, στήριξα)
Μισθ.
-Μακρ.
Συνών.
γιαρντίμι, εμνιέτι :3
Τροποποιήθηκε: 01/04/2025