εσάσι
(ουσ. ουδ.)
εσάσι
[eˈsasi]
Σίλ.
εσάχι
[eˈsaçi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ουσ. esas = α) βάση, θεμέλιο β) αληθής κατάσταση γ) ουσία, μεμπτουσία, βασική ουσία. Για τον τύπ. εσάχι πβ. το τουρκ. διαλεκτ. επίρρ. esah = πράγματι, αλήθεια.
Αλήθεια
ό.π.τ.
:
Τούτουσε τζιπ ρε λαεί εσάσι
(Aυτός δεν λέει καθόλου αλήθεια)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Εσάχι τσ̑ό 'ν'
(Δεν είναι αλήθεια)
Φάρασ.
-Παπαστ.-Καρακ.
Συνών.
αλήθεια, αληθιώτικος, ορθάδα, ορθός, ορθούτσικος
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026